Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Εισαγωγής συνέχεια...

Η λέξη "Γκοθάς" προέρχεται από το Goth, που σημαίνει Γότθος. Οι Γότθοι ήταν ένα γερμανικό φύλο που σάρωσε την δυτική Ευρώπη τον 4ο αιώνα και δημιούργησε ένα βασίλειο από τα απομεινάρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως αποτέλεσμα, η λέξη "γοτθικός" έγινε συνώνυμη της βαρβαρότητας (μια μοίρα μεταθανάτια) και της πτώσης της Αυτοκρατορίας, η οποία σηματοδότησε την έλευση των Σκοτεινών Χρόνων, μιας ταραχώδους περιόδου πολέμων και αγριότητας, που οδήγησαν τελικά στην θλιβερή αποτελμάτωση του Μεσαίωνα.
Ο πολιτισμός και η παιδεία της Ρώμης και της Ελλάδας των Κλασικών Χρόνων επανανακαλύφθηκαν σταδιακά από τον 14ο αιώνα και μετά, κατά τη περίοδο που ονομάζουμε Αναγέννηση, η οποία και προανήγγειλε την γέννηση του σύγχρονου κόσμου. Κλασσικές αξίες, όπως η αρετή, η ομορφιά και η λογική εξιδανικεύτηκαν. Όμως αυτή η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος έφερε στην επιφάνεια και κάποιες μυστικές δοξασίες της αρχαίας Ρώμης. Οι ανασκαφές έφεραν στο φώς θαμμένα δωμάτια (κατακόμβες) διακοσμημένα με έργα τέχνης ερωτικού η φρικιαστικού περιεχομένου. Τέρατα, μισά άνθρωποι και μισά τράγοι, παίρνουν μέρος σε ανίερα όργια με φιλήδονες παρθένες, ενώγυμνές πόρνες εξυπηρετούν τους πελάτες τους. Κλήματα και φυλλωσιές αγκαλιάζουν τις σκηνές αυτές σαν να είναι ζωντανά. Χωρίς να είναι και βέβαιοι, οι αρχαιολόγοι της εποχής εκείνης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σπηλιές φτιαγμένες από ανθρώπινο χέρι, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για να λατρεύουν βέβηλους θεούς.
Έργα τέχνης τα οποία προσπαθούσαν να μιμηθούν τις άγριες και απειλητικές σκηνές που βρέθηκαν σε τέτοιες σπηλιές έγιναν γνωστά ως "grotto-esque" ή "grotesque", δηλαδή γκροτέσκα, από την ιταλική λέξη grotta (σπήλαιο). Κάποιες πλευρές του μεσαιωνικού (ή γοτθικού) παρελθόντος αντιμετωπίζονταν επίσης ως κομμάτι αυτής της γκροτέσκας παράδοσης. Οι αναγεννησιακές απεικονίσεις της Κόλασης, γεμάτες με ημιανθρώπινους δαίμονες αλλά και με gargoyle και πτώματα που χαμογελούσαν χαιρέκακα και κοιτούσαν πονηρά από τα μεσαιωνικά γοτθικά κτήρια, είχαν επίσης το γκροτέσκο χαρακτηριστικό τού να είναι την ίδια στιγμή γοητευτικές και απωθητικές. Ο Edgar Allan Poe ονόμασε αργότερα τη συλλογή που έγραψε το 1840, Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος. Τότε το αραβούργημα υποδήλωνε κάτι το περίτεχνα διακοσμημένο σύμφωνα με το εξωτικό ανατολίτικο στυλ, όπως και στη γεμάτη αραβική υπερβολή ιστορία του William Beckford με τίτλο Varthek.
H Ewa Kuryluk, στην μελέτη της για την τέχνη του γκροτέσκου με τίτλο Salome and Judaw in the Cave of Sex, γράφει: Το γκροτέσκο, το οποίο είχε τις ρίζες του στα απομεινάρια της κτηνώδους αρχαιότητας, επρόκειτο με την σειρά του να επιδοθεί στην ανασκαφή όλων όσων ήταν αντίθετα στην φύση, αντίθετα προς τους κανόνες της θρησκείας και τους νόμους του κράτους, αντίθετα προς τους καθιερωμένους θεσμούς, τις τελετές και την επίσημη ιστορία. Οι καλλιτέχνες του γκροτέσκου έφεραν στο φώς σκοτεινούς λαικούς μύθους και μυστικές δοξασίες και ποτέ δεν κουράστηκαν να εξερευνούν το άσεμνο και το εγκληματικό, αυτό που ήταν ομιχλώδες, υπόγειο και μακάβριο".

Εισαγωγή στο Gothic

Πρώτα απ' όλα θα ήθελα να δούμε τι είναι το Gothic και τι περικλείει ο όρος Γοτθικός.
Το Gothic είναι ένας από αυτούς τους όρους που όλοι νομίζουμε ότι κατανοούμε, κάτι που έχει να κάνει με νυχτερίδες και νεκροταφεία. Όμως, αν προσπαθήσουμε να το εξετάσουμε προσεκτικά, μας ξεγλιστράει και, τελικά, αποδεικνύεται δύσκολος ο προσδιορισμός του.
Ο ακαδημαϊκός κόσμος έχει αποδώσει στο Gothic μία σειρά άκαμπτων προσδιορισμών. Αν αναζητήσετε τη λέξη αυτή στην βάση δεδομένων μιας βιβλιοθήκης, τα βιβλία που θα εμφανιστούν θα αφορούν την γοτθική τέχνη και αρχιτεκτονική της δυτικής Ευρώπης κατά τον Μεσαίωνα. Ίσως κάποια να αναφέρονται και στην κουλτούρα του Gothic, όταν, για παράδειγμα, συναντάμε τους "Χορούς του Θανάτου" του 15ου αιώνα σε ξυλογραφίες με πτώματα που χορεύουν ξέφρενα. Όμως, οι λαμπροί μεσαιωνικοί καθεδρικοί ναοί ή οι στυλιζαρισμένες απεικονίσεις της Παναγίας στην Αγία Τράπεζα δεν έχουν και μεγάλη σχέση με την ομιχλώδη έννοια του Gothic ως πολιτισμικής γιορτής του μεσονυκτίου.
Η φανταστική μας αναζήτηση μπορεί να μας παραπέμψει και στη "Γοτθική Αναβίωση", την αναζωπύρωση δηλαδή του ενδιαφέροντος για την μεσαιωνική αρχιτεκτονική στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Κάποιες από αυτές τις παραπομπές είναι σχετικές με το θέμα μας και αναφέρονται σε εκκεντρικούς Άγγλους όπως ο Horace Walpole και ο William Beckford, οι οποίοι δημιούργησαν ατμοσφαιρικά, ψευδο-στοιχειωμένα αβαεία. Παρ' όλα αυτά, στα μέσα του 19ου αιώνα αυτή η γοτθική αρχιτεκτονική είχε πλέον ενσωματωθεί στην καθημερινότητα και, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κτήριο της Βρετανίας, το Κοινοβούλιο χτίστηκε σύμφωνα με τον γοτθικό ρυθμό.
Αυτό το είδος ανατροπής και εκ νέου ανακάλυψης πραγμάτων αποτελεί χαρακτηριστικό του Gothic και για αυτόν τον λόγο προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η σύγχρονη γοτθική υποκουλτούρα είναι κάπως μπερδεμένη. Το ερώτημα "τι είναι Gothic και τι όχι" αποτελεί σύνηθες θέμα στα πολυάριθμα περιοδικά και στις ιστοσελίδες της υποκουλτούρας, όπου πολλοί υποστηρίζουν ότι μία ένδειξη του πραγματικού Γκοθά είναι το γεγονός ότι αρνείται μέχρι θανάτου ότι είναι Γκοθάς. Ο ίδιος ο όρος Gothic είναι τόσο αμφίσημος που φαίνεται σχεδόν χαοτικός.

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Η Ιστορία της Gothic Κουλτούρας

Το Gothic δεν είναι απλώς υποκουλτούρα της νεολαίας,μια καταθλιπτική αισθητική ή ένα λογοτεχνικό είδος. Είναι μία φιλοσοφική οπτική- μία θέαση του κόσμου, όπως είπε και ο Ιρλανδός μυθιστοριογράφος Joseph Sheridan Le Fanu στο In a Glass Darkly. Είναι ο κόσμος σε αρνητικό φωτογραφίας, ανεστραμμένος. Εδώ το παράδοξο και το απόκοσμο, το σκοτεινό και το απειλητικό, αποτελούν κοινό τόπο και ασκούν μία ακαταμάχητη έλξη. Από την άλλη, το σύνηθες είναι αλλόκοτο, το φυσιολογικό και το παρήγορο υπόσχονται μονάχα ανία και μαρασμό. Οι αντίθετοι πόλοι του sex και του θανάτου "παντρεύονται" μέσα σε μία θεσπέσια γκροτέσκα τελετή. Η αθωότητα και η αρετή δε, φυλάσσονται σαν παρθένα περγαμηνή που πάνω της μπορούν να χαραχτούν τα σύμβολα της αμαρτίας με το κόκκινο του αίματος και το μαύρο του μεσονυχτίου.
Αυτόν τον κόσμο του λυκόφωτος περιγράφει το 1874, ανάμεσα σε αυτοκαταστροφικά μεθύσια, ο μανιοκαταθλιπτικός ποιητής της Βικτωριανής εποχής James Thomson στο έπος του The City of Dreadful Night. Είναι ένας εφιαλτικός υπόκοσμος τον οποίο χρησιμοποίησε μεταφορικά ο Thomson αναφερόμενος στην κόλαση που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια τόσο της πόλης όσο και της ψυχής. Έναν αιώνα αργότερα, ο δημοσιογράφος Luke Jennings θα εξερευνήσει την ίδια αυτή συμβολική μεταμεσονύχτια μητρόπολη στο άρθρο που έγραψε για την Evening Standard το 1999, με οδηγό του τον Gavin Baddeley. Ο Thomson έγραφε ότι, ενώ η εργατική πόλη την ημέρα αντιπροσώπευε το "συνειδητό νού, η πόλη της νύχτας αντιπροσώπευε το υποσυνείδητο. Ωστόσο, όπως και η ψυχή ή οποιαδήποτε άλλη περιοχή στην οποία δεν υπάρχουν κανόνες, η πόλη της νύχτας ήταν ένα μέρος τρομακτικό και επικίνδυνο. Κάποιος που περιδιάβαινε εκείνα τα σκοτεινά δρομάκια μπορούσε εύκολα να έρθει αντιμέτωπος με τον πραγματικό εαυτό του".
Η πόλη της τρομερής νύχτας, δηλαδή η σκιά του σύγχρονου κόσμου μας, δεν περιορίζεται σε κανέναν τόπο ή χρόνο. Είναι το στοιχειωμένο από την ομίχλη Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής, που τρέμει υπο την απειλή της λεπίδας του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Είναι το Παρίσι των τελών του 19ου αιώνα, μια ένδοξη μποέμ κόλαση γεμάτη με οίκους ανοχής και χασισοποτεία, όπου ανώμαλοι και ποιητές μαζεύονται για να γιορτάσουν την ίδια τους την καταδίκη. Είναι το Βερολίνο της δεκαετίας του '20, όπου γλεντζέδες με μάτια κατακόκκινα χορεύουν και πίνουν σε μια απελπισμένη προσπάθεια να καταπνίξουν τον θόρυβο της στρατιωτικής μπότας που πλησιάζει. Είναι το Los Angeles του 20ου αιώνα, η "πόλη της νύχτας" του Jim Morrison, ένα εργοστάσιο παραγωγής ονείρων εξειδικευμένο στους εφιάλτες. Είναι ένα βασίλειο λυκόφωτος που μου έχει γίνει πολύ οικείο. Σας προτείνω ταπεινά να με ακολουθήσετε σε αυτό μου το ταξίδι μέσα στην καρδιά του σκότους...